Σε ηλικία 12 ετών, ο Νεύτωνας φεύγει από την πόλη του για να γραφτεί στο σχολείο του Grantham όπου παίρνει τις βασικές γνώσεις, μεταξύ των οποίων και μαθήματα Λατινικών και Ελληνικών καθώς και μερικών μαθημάτων περί της Βίβλου (σε μια εποχή που «έπρεπε» να προωθηθούν οι προτεσταντικές αντιλήψεις στην Αγγλία). Ήταν η ηλικία που ο Νεύτων άρχιζε να δείχνει το ενδιαφέρον του για τις κατασκευές και τη μηχανική.
Όταν έφτασε σε ηλικία 17 ετών, η μητέρα του τον κάλεσε πίσω στο σπίτι προκειμένου να τη βοηθά στις γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες, κάτι που φυσικά ο Νεύτων δεν είδε με καλό μάτι. Παρακολουθώντας την πορεία του Νεύτωνα, ο θείος του και ο διευθυντής του σχολείου προσπάθησαν να πείσουν τη μητέρα του να τον ξαναστείλει πίσω στο σχολείο, κάτι που δέχτηκε όταν ο διευθυντής συμφώνησε να ρίξει το ύψος των διδάκτρων.
Σε λίγο καιρό ο Νεύτωνας στάλθηκε στο πανεπιστήμιο του Cambridge, στο Trinity College ώστε να κάνει ανώτερες σπουδές. Ήταν ανάμεσα στους φτωχότερους φοιτητές του Trinity, γεγονός που τον ανάγκαζε να κάνει κάθε είδους εργασία (είτε προς τους πλουσιότερους συμφοιτητές του, είτε προς τους καθηγητές του) προκειμένου να εξασφαλίσει τα προς το ζειν. Παράλληλα όμως ήρθε σε επαφή με πολλά φιλοσοφικά κείμενα της εποχής, ανάμεσα σ’αυτά και του Ντεκάρτ, όπου τότε ειδικά οι ιδέες και η φήμη του ήταν στο ζενίθ τους. Μελετώντας τέτοια κείμενα, σύντομα ο Νεύτωνας βρήκε το νέο του πάθος – τη μηχανική. Κερδίζοντας μια υποτροφία που θα εξασφάλιζε την παραμονή του στο πανεπιστήμιο για τα επόμενα 4 χρόνια, ο Νεύτων αφιερώθηκε στη μελέτη των μαθηματικών αλλά και της φυσικής φιλοσοφίας, με τη βοήθεια των οποίων επρόκειτο να μεγαλουργήσει αργότερα.
Το καλοκαίρι του 1665 είχαν ήδη εμφανιστεί τα πρώτα σημάδια της καταστροφικής εκείνης πανούκλας που έμελλε να παρασύρει στο θάνατο χιλιάδες ανθρώπους. Η πανούκλα σύντομα χτύπησε και το πανεπιστήμιο του Cambridge όπου το ανάγκασε να κλείσει τις θύρες του τον Οκτώβριο του ίδιου έτους για δύο χρόνια (μέχρι την άνοιξη του 1667). Ήταν μόλις 25 χρονών όταν αντίκρυζε την πανούκλα να σπέρνει το θάνατο, τις διάφορες πολιτικές αναταραχές να δυσχεραίνουν την κατάσταση, το χάος που επικρατούσε στην κοινωνία και γενικά εικόνες που συνειρμικά παραπέμπουν σε μια πορεία «προς την αποκάλυψη». Ωστόσο, αυτά τα δύο χρόνια ήταν πολύ παραγωγικά για το Νεύτωνα, όπου γύρισε στο χωριό του, το Woolsthorpe.
Η αρχή της έρευνάς του έγινε με τη μελέτη των μαθηματικών, μελέτη που μια μέρα θα τον καθιστούσε έναν από τους μεγαλύτερους μαθηματικούς στην Ευρώπη. Υπολογίζοντας γεωμετρικούς τόπους σχεδόν κάθε αλγεβρικού σχήματος και μελετώντας τις υπερβολές με λογάριθμους και άλλες μεθόδους υπολογισμού, κατάφερε σε ηλικία μόλις 24 ετών να ολοκληρώσει ένα έργο που σήμερα είναι γνωστό σε μας ως calculus (αφήνοντας «απλά» άφωνους καθηγητές και μαθητές).
Σειρά είχε ο τομέας της μηχανικής, όπου ο Νεύτωνας προσπάθησε να εξηγήσει τί συγκρατούσε τα περιστρεφόμενα σώματα γύρω από τον άξονα περιστροφής τους και δεν τα άφηνε να ξεφύγουν (κάτι που σήμερα αποδίδουμε στη κεντρομόλο δύναμη, χάρη στον ίδιο). Φυσικά, οι έρευνες και οι ιδέες του επηρεάστηκαν σε αρκετό επίπεδο από τον Γαλλιλέο, τον Ντε Καρτ, τον Κέπλερ και άλλους σημαντικούς επιστήμονες που είχαν μεγαλουργήσει πριν απ’αυτόν. Αυτό που τον απασχολούσε όμως ήταν το πως θα καταφέρει να ενοποιήσει όλα αυτά που διάβαζε και σκεφτόταν σε ένα ενιαίο μοντέλο υπό το οποίο θα μπορούσε κανείς να προσεγγίσει το σύμπαν και τη λειτουργεία του. Τα αποτελέσματα των ερευνών του ήταν για άλλη μια φορά εντυπωσιακά. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με την οπτική, πειραματιζόμενος με πρίσματα και αναλύοντας τη φύση του φωτός.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα έργα που ο Νεύτων έφερε σε πέρας τον καιρό της Πανούκλας, δεν ήταν απλά τα έργα δύο χρόνων, αλλά προβληματισμοί που είχε ο Νεύτων από πολύ πιό πριν και που βρήκε ευκαιρία να εξωτερικεύσει μέσα σε αυτά τα δύο χρόνια.
Επιστρέφοντας στο Cambridge, δύο χρόνια αργότερα, ο Νεύτων είχε την τιμή να εκλεχθεί «“υπότροφος” του κολλεγίου της Αγίας και Αδιαίρετης Τριάδος» (Trinity College), γεγονός που όχι μόνο τον κατέστησε μέρος του επιστημονικού κατεστημένου της εποχής, αλλά και του επέτρεψε να συνεχίσει τις έρευνες που είχε αρχίσει. Από τότε και για 28 χρόνια ο Νεύτων έμεινε στο πανεπιστήμιο. Ίσως βέβαια όλα αυτά τα χρόνια να περίμενε και περαιτέρω καταξίωση στο χώρο του πανεπιστημίου, κάτι που δεν έγινε καθώς ο ίδιος ήταν ιδιαίτερα απομονωμένος από τον υπόλοιπο κόσμο, αφιερωμένος αποκλειστικά στο έργο του.
Το 1668, με την εφεύρεση του κατοπτρικού τηλεσκοπίου καθώς και με τις ανακαλύψεις στον τομέα της οπτικής, μπήκε για τα καλά στους κύκλους της επιστημονικής κοινότητας, με αποτέλεσμα τον Οκτώβριο του 1669 να ανακυρηχθεί επίτιμος καθηγητής μαθηματικών. Είχε δεχτεί την υποστήριξη των Barrow και John Collins, οι οποίοι τον ενθάρρυναν να επικεντρωθεί ξανά στα μαθηματικά (καθώς ασχολούταν κυρίως με την οπτική εκείνη την εποχή), πράγμα που έκανε. Ο Collins μάλιστα προσπάθησε (άδικα) να τον ενσωματώσει ακόμη περισσότερο στην επιστημονική κοινότητα, αλλά ο Νεύτων όχι μόνο προτιμούσε την ανωνυμία του αλλά και απομακρύνθηκε από τον Collins.
Η εφεύρεση του κατοπτρικού τηλεσκοπίου, κάτι για το οποίο ο Νεύτων ήταν ιδιαίτερα περήφανος, σύντομα έφτασε στα αυτιά της Βασιλικής Εταιρίας*, η οποία και ενδιαφέρθηκε να δει αυτή την εφεύρεση. Τότε, ο ίδιος τους έστειλε το τηλεσκόπιο μαζί με ένα γράμμα με τις θεωρίες του πάνω στη φύση των χρωμάτων. Ήταν η πρώτη φορά που ο Νεύτωνας εξέδιδε μελέτες του προς την επιστημονική κοινότητα. Ωστόσο, ο Robert Hooke, ένα από τα σημαντικότερα μέλη της Βασιλικής Εταιρίας που θεωρούσε ότι η οπτική είναι δικό του πεδίο ερευνών, αμφισβήτησε πολλά από τα λεγόμενα του Νεύτωνα. Αυτή η αντιζηλεία μέσω της κριτικής του έργου αυτού είχε μεγάλη συνέχεια καθώς ο Νεύτων συχνά επεδείκνυε αλαζονική συμπεριφορά ενώ ο Hooke τον κατηγορούσε για λογοκλοπές. Κριτική για το ίδιο έργο δέχτηκε επίσης και από μια ομάδα Ιησουιτών οι οποίοι ισχυρίζονταν πως μπόρεσαν να αναπαράγουν το πείραμα με τα πρίσματα και πως είχαν καταλήξει πως τα συμπεράσματά του ήταν λανθασμένα. Αυτές οι κριτικές έκαναν τον Νεύτωνα να ξεσπάσει με θυμό και να πείσει τον εαυτό του πως ήταν θύμα μιας μεγάλης συνωμοσίας – συνεπώς εγκατέλειψε τις μελέτες του γύρω από την οπτική και αρνήθηκε να συνεργαστεί σε οποιαδήποτε μελέτη της από άλλους.
Απο ‘δω και πέρα ο Νεύτων θα ασχολούταν με τον κλάδο της χημείας και πιό συγκεκριμένα με τον κλάδο της Αλχημείας, ξοδεύοντας μερόνυχτα ολόκληρα στο εργαστήριο του υπογείου του και κάνοντας υπολογισμούς και πειράματα (Eκτενέστερη αναφορά σ’αυτή την πτυχή της ζωής του γίνεται παρακάτω).Παράλληλα, κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1670, αφιερώθηκε στις θεολογικές σπουδές, επικεντρώνοντας αρχικά το ενδιαφέρον του στην ιστορία της εκκλησίας κατά τον 4ο και 5ο αιώνα μ.Χ.
Το 1686 ο Νεύτων παρουσίασε ένα από τα μεγαλύτερα έργα του, το Philosophiae Naturalis Principia Mathematica στο οποίο διατύπωνε του Νόμους κίνησης και το Νόμο της Βαρύτητας. Η Βασιλική Εταιρία σκόπευε να δημοσιεύσει αυτό το έργο, ωστόσο έκανε πίσω λόγω έλλειψης διαθέσιμων χρηματικών πόρων. Παρ’ολ’αυτά, ο αστρονόμος Edmund Halley, εύπορος επιστήμονας και οπαδός του Νεύτωνα, χρηματοδότησε την έκδοση του Principia Mathematica και με αυτόν τον τρόπο του έδωσε την ευκαιρία να αποκτήσει μια σπουδαία θέση στην επιστημονική κοινότητα. Αυτή η θέση ήταν που τον απομάκρυνε προσωρινά από τη θεολογία και την Αλχημεία, φέρνοντας τον ίδιο πίσω στις θετικές επιστήμες.
Έπειτα από την έκδοση της principia, ο Νεύτωνας κατά κάποιο τρόπο βαρέθηκε το Cambridge. Το 1689, εκλέχτηκε μέλος στο συμβούλιο του Πανεπιστημίου, κι έτσι μεταφέρθηκε στο Λονδίνο. Εκεί έκατσε ένα χρόνο, μη δείχνοντας να επιδιώκει επανεκλογή, αλλά περνώντας ευχάριστα τον καιρό του στο Λονδίνο.
Πηγή: http://www.artofwise.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου